Περί έρωτα

ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΠΑΓΩΓΗ

Δυο φίλοι στο στρατό έχουν δώσει τα χέρια να γίνουν κουμπάροι. “Φίλε Κώστα, το αγαπώ το κορίτσι, μα οι γονείς της είναι αντίθετοι κι έχω πολύ καιρό να πάρω γράμμα της. Τι να έχει γίνει άραγε;

Όταν γύρισε από το στρατό άρχισε να με ψάχνει. Εγώ είχα φύγει στο εξωτερικό με τους γονείς μου. Πήγε στην Άννα, μια κοινή μας φίλη. Εκείνη του έδωσε τη διεύθυνση και έτσι αρχίσαμε πάλι την αλληλογραφία με post restand (δεν τολμούσα να φτάσει στο σπίτι γράμμα, το χαστούκι θα με περίμενε).

Ξέρεις, ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψει με το γιο ενός φίλου του.” “Όχι, αυτό δε θα γίνει ποτέ”, μου απαντάει, “εγώ άνοιξα μαγαζί”. “Σε λίγο καιρό θα είμαι Ελλάδα” του απάντησα στο γράμμα.

Στη μητέρα μου το είχα πει και είχα κάλυψη, γιατί ο μπαμπάς μου ήταν πολύ αρνητικός, οι Σφακιανοί το είχαν αυτό, για το πρωτότοκο παιδί τους αυτοί αποφασίζουν.

Μαμά, τον αγαπώ και θέλει να παντρευτούμε.

-Μα, παιδί μου, ο μπαμπάς δε θέλει, τι να κάνουμε; Είσαι ανήλικη. Και αυτός πέρυσι απολύθηκε, λίγος καιρός είναι που άνοιξε το μαγαζί του, πώς θα ζήσετε;

Το Μανωλιό έστελνε προξενητές στον πατέρα μου, αλλά αυτός ανένδοτος. Και αφού για τελευταία φορά συναντήθηκαν με τα αδέλφια του, τους λέει “Όχι, είπα όχι”. Βλέπετε Σφακιανός ο πατέρας μου. Όταν γύρισε το ίδιο βράδυ σπίτι ακούω να λέει στη μαμά μου “Μαριγώ, η κοπελιά από αύριο θα κοιμάται μαζί μας στο δωμάτιό μας”. Το ίδιο βράδυ, αφού κοιμήθηκαν οι γονείς μου, πήδηξα από το παράθυρο, πήγα τον συνάντησα. “Από αύριο δυσκολεύουν τα πράγματα, γιατί θα κοιμάμαι μαζί τους”. “Μη στενοχωριέσαι, μωρό μου, θα κλεφτούμε”. Κι εκεί αρχίζει να καταστρώνεται σχέδιο: πώς θα φύγουμε και από ποιο σημείο; Ποια ώρα; Πού θα πάμε;

Βλέπετε εκείνη την εποχή λίγοι είχαν τηλέφωνο. Μετά από λίγες μέρες μου στέλνει μήνυμα με τη φίλη μας την Άννα. Όλα ήταν έτοιμα. Πήγα στο σημείο που το ταξί περίμενε, ήταν δέκα το πρωί (είπα ότι θα πάω στον μπακάλη- τότε δεν υπήρχαν σούπερ μάρκετ).

Το χιόνι όμως στ’ Ανώγεια που θα πηγαίναμε ήταν δύο μέτρα, έτσι ο φίλος του ο Κώστας από το στρατό μάς παρέλαβε στα σύνορα Χανίων – Ρεθύμνου και μας οδήγησε  σ’ ένα αγροτικό σπίτι που είχε λίγο πριν το χωριό.  “Εδώ θα μείνετε μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, δε θα σας βρει κανείς“. Πράγματι μας έψαχνε η αστυνομία αλλά εμείς είχαμε ήδη ξεφύγει. Όταν είσαι παιδί δεν καταλαβαίνεις τον κίνδυνο, η αγάπη όλα τα νικά. Ο πατέρας θεωρούσε μεγάλη προσβολή που του έκλεψαν το κορίτσι του και απειλούσε τα αδέλφια του Μανωλιού. Η μητέρα μου πάλι, παραδοσιακή γυναίκα, τον ελεύθερό της χρόνο, έφτιαχνε την προίκα μου…

Μετά από μια εβδομάδα επικοινώνησα τηλεφωνικά με τη φίλη μου την Άννα. “Γύρισε πίσω“, μου λέει, “οι φλόγες έχουν ζώσει το σπίτι σας. Ο πατέρας σου τα έκαψε όλα“.  Δε βρέθηκε κανένας να τον εμποδίσει, ήταν 5 τα ξημερώματα.

Μετά από δεκαπέντε μέρες διαβουλεύσεων των οικογενειών μας και αφού παίχτηκε ξύλο γιατί τους ενοχλούσε ο πατέρας μου, είπαν να συναντηθούμε στα σύνορα Χανίων – Ρεθύμνου. Φύγαμε από τα Ανώγεια, οπλισμένοι οι άντρες. “Μη φοβάσαι, κορίτσι μου, εγώ είμαι εδώ, δε θα τολμήσει να σε αγγίξει κανένας“.

Έντεκα με δώδεκα τα μεσάνυχτα συναντηθήκαμε. Ήταν μια χειμωνιάτικη πανσέληνος, διέκρινες τα πάντα γύρω σου, στα πρόσωπά τους ήταν ζωγραφισμένος ο φόβος. Ευτυχώς ο πατέρας μου δεν είχε έρθει. Κατεβαίνει ο Μανωλιός από το ταξί, πλησιάζει τους θείους μου, κάτι του είπαν στο αυτί. Έρχονται οι θείοι μου κοντά μου “Ο πατέρας σου σε θέλει να γυρίσεις πίσω στο σπίτι“. “Όχι θείε μου, εμείς την ευχή του θέλουμε να παντρευτούμε“.

Φτάσαμε στα Χανιά σε ξενοδοχείο και την επόμενη μέρα μάς καλεί ο εισαγγελέας καθώς ήμουν ανήλικη. Εκεί βρέθηκα μπροστά στον πατέρα μου. Όταν τον αντίκρισα πολλές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου, ήταν πολύ καθοριστική εκείνη η στιγμή. “Ο πατέρας σου, παιδί μου, θέλει να πας στο σπίτι”  μου λέει ο εισαγγελέας και διάφορα άλλα. Εγώ επέμενα στο όχι…

Αγκαλιάζω τον πατέρα μου, τον φιλώ με κλάματα, του ζήτησα συγγνώμη, είπα ότι πάντα θα τον αγαπώ, αλλά ήθελα να ακούσω τα θέλω της καρδιάς μου. Τέλος ο εισαγγελέας τον ηρέμησε και την επόμενη μέρα παντρευτήκαμε.

Τα λεφτά τελειώνανε, στο ξενοδοχείο δεν μπορούσαμε να μείνουμε άλλο, έπρεπε να βρούμε σπίτι. Ένα υπόγειο ήταν κοντά στο μαγαζί του και το νοικιάσαμε. Αγοράσαμε τα άκρως απαραίτητα, κρεβάτι, ψυγείο πάγου, πετρογκάζ. Κοιτώντας γύρω τα μάτια μου βούρκωσαν, δεν είχα πού να κρεμάσω τα ρούχα μου. “Μη στενοχωριέσαι, μωρό μου, περίμενε ένα λεπτό”. Πήρε τον αναπτήρα του, πήγε στη διπλανή οικοδομή, μάζεψε πρόκες, γύρισε και τις κάρφωσε στον τοίχο.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η ζωή μας, με πρόκες στον τοίχο για τα ρούχα μας, μαγείρεμα στο πετρογκάζ και με πολλή οικονομία να τα βγάζουμε πέρα ίσα ίσα. Όμως η αγάπη μας ήταν τόσο δυνατή που τα ξεπερνούσε όλα.

Η εγκυμοσύνη δεν άργησε να έρθει. Γέννησα ένα χαριτωμένο κοριτσάκι κι ευτυχώς η μητέρα μου μας έδωσε λίγα χρήματα κρυφά από τον πατέρα μου που εξακολουθούσε να μη θέλει να ακούσει τίποτα για μένα. Η μικρή μου αδελφή ερχόταν κρυφά να μας δει κι όταν το μάθαινε ο πατέρας μας, έτρωγε και κανένα χαστούκι. Αν ξαναπάς θα σου κόψω τα πόδια, της έλεγε…

Όταν γεννήθηκε το κοριτσάκι μας μου έλεγε ο άνδρας μου… “Τώρα καταλαβαίνω τον πατέρα σου, το κορίτσι του του έκλεψα. Δίκιο είχε“!

Αλήθεια, πόση ευγένεια και καλοσύνη είχε ο άνθρωπος μου! Δίπλα του, εκτός από την αγάπη, έμαθα να σέβομαι και να εκτιμώ καθετί στη ζωή και να ευχαριστώ τον Θεό! Πόσο όμορφο και τρυφερό ήταν όταν ξυπνούσα το πρωί κι έβρισκα στο κομοδίνο μου ένα ραβασάκι. Ένα ποίημα, μια μαντινάδα: “Χρόνε που φθείρεις τς ομορφιές, μη φθείρεις τη δική της, άστο στον ψεύτη τον ντουνιά στολίδι το κορμί της” ή δυο λέξεις μόνο: Σ’ αγαπώ…

Κι όλο μου ΄λεγε “Πρέπει να τελειώσεις το σχολείο“. “Θα γίνει κι αυτό” του απαντούσα, “κάτσε να μεγαλώσουν πρώτα τα παιδιά“. Και τα παιδιά μεγάλωσαν κι ήρθαν και τα εγγόνια που δυστυχώς όμως αυτός δεν πρόλαβε να καμαρώσει…

Και να που φέτος του κάνω επιτέλους το χατίρι, βρίσκομαι στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας. Κι ευχαριστώ που μου δόθηκε η ευκαιρία να καταθέσω ένα κομμάτι της ζωής μου στη μνήμη του ανθρώπου που λάτρεψα κι ερωτεύτηκα, που μ ‘ έμαθε ν ‘ αγαπώ και να συγχωρώ.

ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΠΑΓΩΓΗ έγραψαν τότε οι εφημερίδες.

Στέλλα Μαστοράκη (Β2)

 

Μαντινάδες:

“Ήθελα να ΄μουνα νερό

 στον ποταμό που πλύνεις

να πιάσει κάψα δυνατή

να σκύβεις να με πίνεις.”

 

Σα τον κοχλιό θα σύρνομαι

να ΄ρθω στη γειτονιά σου

να γράψω με το σάλιο μου

στις πέτρες τ΄ όνομά σου.”

 

Πρόκειται για τις μαντινάδες που έλεγε ο παππούς μου Γεώργιος Μαμανδάκης στη γιαγιά μου Θεονδούλα το έτος 1931.

Ελένη Ζαχαριουδάκη (Α1)

 

 

 

 

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *